Πέμπτη 13 Ιουλίου 2017

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΚΑΣΤΡΟΥ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΚΑΣΤΡΟΥ


Σύμφωνα με τους ερευνητές τα πρώτα αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή του Παλαιοκάστρου ανάγονται στην υπομινωική περίοδο, ενώ κατά καιρούς έχει προταθεί η ταύτιση της περιοχής με κάποιες από τις αρχαίες πόλεις, όπως το Κύταιο, η Απολλωνία και η Ελαία.

Ο σημερινός οικισμός του Παλαιοκάστρου, κάτω από τον βράχο στον οποιο δεσπόζει το ενετικό φούριο, αναπτύσσεται σε παράκτια πεδιάδα, γνωστή την περίοδο της ενετοκρατίας ως «valle di Chiera Spigliotissa», όπως αναφέρεται σε χάρτη του ενετού μηχανικού Francesco Basilicata (1618-19). H ονομασία αυτή οφείλεται στον ναό της Παναγίας (Ζωοδόχος Πηγή) της Σπηλαιώτισσας στο φαράγγι της Ρέχτρας, η οποία αναφέρεται για πρώτη φορά το 1635μ.Χ..

Σύμφωνα με τις πηγές της Ενετοκρατίας στον λόφο υπήρχε παλαιότερο φρούριο που αποδίδεται στον Γενουάτη Αρχιπειρατή και Κόμη της Μάλτας Enrico Pescatore, ο οποίος το 1206 είχε καταλάβει την Κρήτη. Το ενδιαφέρον των Ενετών για το Παλαιόκαστρο αναζωπυρώθηκε με την έναρξη του Δ΄ ενετοτουρκικού πολέμου (1569-1573), στο πλαίσιο ενός ευρύτερου προγράμματος για την οχύρωση των βασικών λιμανιών. Η θέση του Παλαιόκαστρου ήταν ιδιαίτερα καίρια τόσο για την προάσπιση του λιμανιού της Candia (Ηράκλειο) και του Κόλπου του Ηρακλείου όσο και του φυσικού λιμανιού των Φρασκιών. Το φρούριο άρχισε να κατασκευάζεται το 1573, σύμφωνα με το προμαχωνικό σύστημα και με σχέδια του στρατιωτικού διοικητή της Κρήτης και μηχανικού Latino Orsini. Τον ίδιο χρόνο εντοιχίστηκε στη ΒΑ γωνία του, ορατό μόνο από την πλευρά της θάλασσας, το έμβλημα της Βενετίας ο φτερωτός λέοντας του Αγ. Μάρκου με τα οικόσημα του Δόγη Alv. Docenigo, του Δούκα D. Venier και του Γενικού Καπιτάνου L. Michiel. Τελικά οι Οθωμανοί κατέλαβαν το φρούριο το 1649, εκμεταλλευόμενοι τη απουσία του στόλου στα Χανιά. Στην περίοδο της τουρκοκρατίας το φρούριο είναι γνωστό ως "Μικρό Κάστρο". Το φρούριο αποτυπώνεται με μεγάλη ακρίβεια σε χάρτη του 1618 του μηχανικού Fransesco Basilicata. Ακολουθώντας τη μορφή του λόφου έχει τριγωνικό σχήμα, με τη βάση του τριγώνου στην πλευρά της θάλασσας. Διαρθρώνεται σε τρεις κλιμακωτές πλατείες. Η περίμετρος του φρουρίου και η κλίση της scarpa έχουν προσαρμοστεί στις μορφολογικές ιδιαιτερότητες του λόφου και συμπληρώνει τη φυσική οχύρωση όπου απαιτείται, κυρίως στη νότια και δυτική πλευρά. Η είσοδός του είναι στη ΝΑ πλευρά, σε ιδιαίτερα προστατευμένη θέση, ακολουθώντας το απόκρημνο φρύδι του λόφου. Στο φρούριο υπήρχαν όλες οι εγκαταστάσεις για την εξυπηρέτηση των αναγκών της φρουράς.

Στην παραλία, στην σκιά του ενετικού φρουρίου, υψώνεται μικρή ασβεστοκάμινος. Το συγκεκριμένο κτίσμα, παρά τις μικρής έκτασης αλλοιώσεις που υπέστη κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης διαδρομής τους εξαιτίας του τρόπου λειτουργίας του, διατηρεί τη μορφή με την οποία εικονίζεται στον χάρτη του Francesco Basilicata (1618) και του Marco Boschini (1651), βόρεια του δρόμου που οδηγούσε στα Φρασκιά. Πρόκειται για κυκλικό κτίσμα, εξωτερικά, με τρεις αναβαθμούς, εκ των οποίων οι δυο πρώτοι αντιστοιχούν στο κυρίως σώμα, έως το ύψος των 4,5μ και ο τελευταίος στο απαραίτητο για τη λειτουργία του καμινιού οπαίο. Στο εσωτερικό η κατασκευή έχει αμφικωνική μορφή, με μέγιστη διάμετρο στη μέση περίπου 3μ. Το τοξωτό στόμιο στη βόρεια πλευρά της περιμέτρου του κτίσματος, αποτελείται από τοπικούς πλακοειδείς σχιστόλιθους.

Η εξωτερική τοιχοποιία της καμίνου αποτελείται από ημικατεργασμένους, πλακοειδοείς λίθους και άλλους μικρότερους ακανόνιστου σχήματος, συνδεδεμένων με κονίαμα από αργιλόχωμα και ασβέστη, εμφανές σήμερα, κυρίως στο εσωτερικό του κτίσματος. Η αποκατάσταση της ασβεστοκαμίνου έγινε το 2009 από την τότε 13η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων με την υποστήριξη του Πολιτιστικού Συλλόγου Παλαιοκάστρου και του Δήμου Μαλεβιζίου.

Αποτελεί μια σπουδαία μαρτυρία των βιοτεχνικών εγκαταστάσεων της ενετοκρατίας και των μετέπειτα περιόδων.